ⲑⲙⲕⲟ

(τιμωρειν, εκθλιβειν, πατασσειν, κακως, καταδυναστευειν, εμπαιζειν, κακοποιειν, ταπεινουν, κολαζειν, βασανιζειν, καταπονειν, κατατεινειν, κολαβριζειν, εκτριβειν, συντριβειν, κακουν, θλαν, εχειν, οδυναν)
ⲑⲙⲕⲁ • ⲑⲙⲕⲁ⸗ • ⲑⲙⲕⲉ • ⲑⲙⲕⲉ- • ⲑⲙⲕⲏⲩ • ⲑⲙⲕⲟ • ⲑⲙⲕⲟ⸗ • ⲧϩⲉⲙⲕⲏⲟⲩⲧ • ⲧϩⲉⲙⲕⲟ • ⲧϩⲉⲙⲕⲟ⸗ • ⲧϩⲙⲕⲟ • ⲧⲉⲙⲕⲁ • ⲧⲉⲙⲕⲉ • ⲧⲉⲙⲕⲉ-

الإساءة، الإذلال، إذلال (ترجمة آلية)

maltreat, afflict, humiliate | maltreatment, affliction | (verb) | tr: ill use, afflict, humiliate (caus of ⲙⲟⲩⲕϩ) [κακουν, κακοποιειν, καταπονειν, καταδυναστευειν, τιμωρειν, κολαζειν, βασανιζειν, ταπεινουν, πατασσειν, θλαν, οδυναν, εκθλιβειν, εκτριβειν, συντριβειν, κατατεινειν, εμπαιζειν, κολαβριζειν] | intr: [κακοποιειν] | qual: [κακως εχειν]

التفاصيل الأكاديمية (مشروع كيليا، قاموس كروم، البوصلة القبطية)

ⲑⲙⲕⲟ S Vb. | ⲑⲙⲕⲉ- S | ⲑⲙⲕⲟ⸗ S | ⲧϩⲉⲙⲕⲏⲟⲩⲧ B ⲑⲙⲕⲟ S Subst. m. | ⲧϩⲉⲙⲕⲏⲟⲩⲧ B ⲑⲙⲕⲟ SAL | ⲧϩⲙⲕⲟ S | ⲧϩⲉⲙⲕⲟ B | ⲧⲉⲙⲕⲁ F | ⲑⲙⲕⲉ- SA | ⲧⲉⲙⲕⲉ- F | ⲑⲙⲕⲟ⸗ S | ⲑⲙⲕⲁ⸗ A | ⲧϩⲉⲙⲕⲟ⸗ B | ⲑⲙⲕⲏⲩ† S | ⲧϩⲉⲙⲕⲏⲟⲩⲧ† B

البوصلة القبطية (Coptic Compass)

المعنى الإنجليزي
TR ill use, afflict, humiliate (CAUS of ⲙⲟⲩⲕϩ) [κακουν, κακοποιειν, καταπονειν, καταδυναστευειν, τιμωρειν, κολαζειν, βασανιζειν, ταπεινουν, πατασσειν, θλαν, οδυναν, εκθλιβειν, εκτριβειν, συντριβειν, κατατεινειν, εμπαιζειν, κολαβριζειν], INTR [κακοποιειν], STA [κακωσ εχειν]
الصيغⲑⲙⲕⲉ- • ⲑⲙⲕⲟ= • ⲑⲙⲕⲏⲩ† • ⲧϩⲙⲕⲟ • ⲑⲙⲕⲁ= • ⲧϩⲉⲙⲕⲟ • ⲧϩⲉⲙⲕⲟ= • ⲧϩⲉⲙⲕⲏⲟⲩⲧ† • ⲧⲉⲙⲕⲁ • ⲧⲉⲙⲕⲉ-
القواعدVerb
الأصلEgyptian (Coptic) — Greek equiv: κακουν, κακοποιειν, καταπονειν, καταδυναστευειν, τιμωρειν, κολαζειν, βασανιζειν, ταπεινουν, πατασσειν, θλαν, οδυναν, εκθλιβειν, εκτριβειν, συντριβειν, κατατεινειν, εμπαιζειν, κολαβριζειν, κακοποιειν, κακωσ εχειν

ⲑⲙⲕⲟ

(τιμωρειν, εκθλιβειν, πατασσειν, κακως, καταδυναστευειν, εμπαιζειν, κακοποιειν, ταπεινουν, κολαζειν, βασανιζειν, καταπονειν, κατατεινειν, κολαβριζειν, εκτριβειν, συντριβειν, κακουν, θλαν, εχειν, οδυναν)
ⲑⲙⲕⲁ • ⲑⲙⲕⲁ⸗ • ⲑⲙⲕⲉ • ⲑⲙⲕⲉ- • ⲑⲙⲕⲏⲩ • ⲑⲙⲕⲟ • ⲑⲙⲕⲟ⸗ • ⲧϩⲉⲙⲕⲏⲟⲩⲧ • ⲧϩⲉⲙⲕⲟ • ⲧϩⲉⲙⲕⲟ⸗ • ⲧϩⲙⲕⲟ • ⲧⲉⲙⲕⲁ • ⲧⲉⲙⲕⲉ • ⲧⲉⲙⲕⲉ-

الإساءة، الإذلال، إذلال (ترجمة آلية)

maltreat, afflict, humiliate | maltreatment, affliction | (verb) | tr: ill use, afflict, humiliate (caus of ⲙⲟⲩⲕϩ) [κακουν, κακοποιειν, καταπονειν, καταδυναστευειν, τιμωρειν, κολαζειν, βασανιζειν, ταπεινουν, πατασσειν, θλαν, οδυναν, εκθλιβειν, εκτριβειν, συντριβειν, κατατεινειν, εμπαιζειν, κολαβριζειν] | intr: [κακοποιειν] | qual: [κακως εχειν]

التفاصيل الأكاديمية (مشروع كيليا، قاموس كروم، البوصلة القبطية)

ⲑⲙⲕⲟ S Vb. | ⲑⲙⲕⲉ- S | ⲑⲙⲕⲟ⸗ S | ⲧϩⲉⲙⲕⲏⲟⲩⲧ B ⲑⲙⲕⲟ S Subst. m. | ⲧϩⲉⲙⲕⲏⲟⲩⲧ B ⲑⲙⲕⲟ SAL | ⲧϩⲙⲕⲟ S | ⲧϩⲉⲙⲕⲟ B | ⲧⲉⲙⲕⲁ F | ⲑⲙⲕⲉ- SA | ⲧⲉⲙⲕⲉ- F | ⲑⲙⲕⲟ⸗ S | ⲑⲙⲕⲁ⸗ A | ⲧϩⲉⲙⲕⲟ⸗ B | ⲑⲙⲕⲏⲩ† S | ⲧϩⲉⲙⲕⲏⲟⲩⲧ† B

البوصلة القبطية (Coptic Compass)

المعنى الإنجليزي
TR ill use, afflict, humiliate (CAUS of ⲙⲟⲩⲕϩ) [κακουν, κακοποιειν, καταπονειν, καταδυναστευειν, τιμωρειν, κολαζειν, βασανιζειν, ταπεινουν, πατασσειν, θλαν, οδυναν, εκθλιβειν, εκτριβειν, συντριβειν, κατατεινειν, εμπαιζειν, κολαβριζειν], INTR [κακοποιειν], STA [κακωσ εχειν]
الصيغⲑⲙⲕⲉ- • ⲑⲙⲕⲟ= • ⲑⲙⲕⲏⲩ† • ⲧϩⲙⲕⲟ • ⲑⲙⲕⲁ= • ⲧϩⲉⲙⲕⲟ • ⲧϩⲉⲙⲕⲟ= • ⲧϩⲉⲙⲕⲏⲟⲩⲧ† • ⲧⲉⲙⲕⲁ • ⲧⲉⲙⲕⲉ-
القواعدVerb
الأصلEgyptian (Coptic) — Greek equiv: κακουν, κακοποιειν, καταπονειν, καταδυναστευειν, τιμωρειν, κολαζειν, βασανιζειν, ταπεινουν, πατασσειν, θλαν, οδυναν, εκθλιβειν, εκτριβειν, συντριβειν, κατατεινειν, εμπαιζειν, κολαβριζειν, κακοποιειν, κακωσ εχειν
شارك
Facebook
WhatsApp
Telegram
X
Pinterest
Email

رأيك يهمنا ! ❤

هنا نستقبل اقتراحاتك لتطوير الموقع

أضغط علي السهم الصغير في طرف الشاشة

لمتابعة المناسبة الكنسية الحالية وآية اليوم.