ϩⲟϫϩϫ

(, , στενειν, συνεχειν, εκθλιβειν, κακουν, , θλιβειν, , , στενος, εκπιεζειν, ενοχλειν, προσοχθιζειν, διαπονειν, αποθλιβειν)
ϩϫϩϫ • ϩϫϩϫ- • ϩϫϩⲱϫ • ϩϫϩⲱϫ⸗ • ϩⲁϫϩ • ϩⲁϫϩϫ • ϩⲁϫϫ • ϩⲉϫϩϫ • ϩⲉϫϩϫ- • ϩⲉϫϩⲁϫ • ϩⲉϫϩⲁϫ⸗ • ϩⲉϫϩⲉϫ • ϩⲉϫϩⲉϫ- • ϩⲉϫϩⲟϫ • ϩⲉϫϩⲱϫ • ϩⲉϫϩⲱϫ⸗ • ϩⲉϫϫ • ϩⲉϫϫ- • ϩⲉϫⲱϫ • ϩⲉϫⲱϫ⸗ • ϩⲟϫϩϫ • ϩⲟϫϩⲉϫ • ϩⲟϫϫ

تضايق، تصويب، تجبر (ترجمة آلية)

be distressed, straighten, compel | distress, need | (verb) | intr: be distressed, restricted, narrow [θλιβειν, στενειν, διαπονειν, προσοχθιζειν] | qual: [στενος] | tr: straighten, compel [αποθλιβειν, εκθλιβειν, ενοχλειν, κακουν, συνεχειν, εκπιεζειν]

التفاصيل الأكاديمية (مشروع كيليا، قاموس كروم، البوصلة القبطية)

ϩⲟϫϩϫ S Vb. | ϩⲟϫϩⲉϫ B ϩⲟϫϩϫ S Subst. m. | ϩⲟϫϩⲉϫ B ϩⲟϫϩϫ S | ϩⲟϫϩⲉϫ SB | ϩⲁϫϩϫ SSfA | ϩⲟϫϫ S | ϩⲁϫϩ, ϩⲁϫϩϫ Sa | ϩⲁϫϫ A | ϩϫϩϫ-, ϩⲉϫϩϫ-, ϩⲉϫϫ- S | ϩϫϩϫ- A | ϩⲉϫϩⲉϫ- B | ϩⲉϫϩⲱϫ⸗ SB | ϩϫϩⲱϫ⸗ S | ϩⲉϫϩⲁϫ⸗ L | ϩⲉϫⲱϫ⸗ F (?) | ϩⲉϫϩⲱϫ† SBF | ϩⲉϫϩⲟϫ† B

البوصلة القبطية (Coptic Compass)

المعنى الإنجليزي
INTR be distressed, restricted, narrow [θλιβειν, στενειν, διαπονειν, προσοχθιζειν], STA [στενοσ], TR straighten, compel [αποθλιβειν, εκθλιβειν, ενοχλειν, κακουν, συνεχειν, εκπιεζειν]
الصيغϩ(ⲉ)ϫϩϫ- • ϩⲉϫϩⲱϫ= • ϩⲉϫϩⲱϫ† • ϩⲟϫϩⲉϫ • ϩⲁϫϩϫ • ϩⲟϫϫ • ϩⲉϫϫ- • ϩϫϩⲱϫ= • ϩⲉϫϩⲉϫ- • ϩⲉϫϩⲟϫ† • ϩϫϩϫ- • ϩⲁϫϫ • ϩⲁϫϩ(ϫ) • ϩⲉϫϩⲁϫ= • ϩⲉϫⲱϫ=
القواعدVerb
الأصلEgyptian (Coptic) — Greek equiv: θλιβειν, στενειν, διαπονειν, προσοχθιζειν, στενοσ, αποθλιβειν, εκθλιβειν, ενοχλειν, κακουν, συνεχειν, εκπιεζειν

ϩⲟϫϩϫ

(, , στενειν, συνεχειν, εκθλιβειν, κακουν, , θλιβειν, , , στενος, εκπιεζειν, ενοχλειν, προσοχθιζειν, διαπονειν, αποθλιβειν)
ϩϫϩϫ • ϩϫϩϫ- • ϩϫϩⲱϫ • ϩϫϩⲱϫ⸗ • ϩⲁϫϩ • ϩⲁϫϩϫ • ϩⲁϫϫ • ϩⲉϫϩϫ • ϩⲉϫϩϫ- • ϩⲉϫϩⲁϫ • ϩⲉϫϩⲁϫ⸗ • ϩⲉϫϩⲉϫ • ϩⲉϫϩⲉϫ- • ϩⲉϫϩⲟϫ • ϩⲉϫϩⲱϫ • ϩⲉϫϩⲱϫ⸗ • ϩⲉϫϫ • ϩⲉϫϫ- • ϩⲉϫⲱϫ • ϩⲉϫⲱϫ⸗ • ϩⲟϫϩϫ • ϩⲟϫϩⲉϫ • ϩⲟϫϫ

تضايق، تصويب، تجبر (ترجمة آلية)

be distressed, straighten, compel | distress, need | (verb) | intr: be distressed, restricted, narrow [θλιβειν, στενειν, διαπονειν, προσοχθιζειν] | qual: [στενος] | tr: straighten, compel [αποθλιβειν, εκθλιβειν, ενοχλειν, κακουν, συνεχειν, εκπιεζειν]

التفاصيل الأكاديمية (مشروع كيليا، قاموس كروم، البوصلة القبطية)

ϩⲟϫϩϫ S Vb. | ϩⲟϫϩⲉϫ B ϩⲟϫϩϫ S Subst. m. | ϩⲟϫϩⲉϫ B ϩⲟϫϩϫ S | ϩⲟϫϩⲉϫ SB | ϩⲁϫϩϫ SSfA | ϩⲟϫϫ S | ϩⲁϫϩ, ϩⲁϫϩϫ Sa | ϩⲁϫϫ A | ϩϫϩϫ-, ϩⲉϫϩϫ-, ϩⲉϫϫ- S | ϩϫϩϫ- A | ϩⲉϫϩⲉϫ- B | ϩⲉϫϩⲱϫ⸗ SB | ϩϫϩⲱϫ⸗ S | ϩⲉϫϩⲁϫ⸗ L | ϩⲉϫⲱϫ⸗ F (?) | ϩⲉϫϩⲱϫ† SBF | ϩⲉϫϩⲟϫ† B

البوصلة القبطية (Coptic Compass)

المعنى الإنجليزي
INTR be distressed, restricted, narrow [θλιβειν, στενειν, διαπονειν, προσοχθιζειν], STA [στενοσ], TR straighten, compel [αποθλιβειν, εκθλιβειν, ενοχλειν, κακουν, συνεχειν, εκπιεζειν]
الصيغϩ(ⲉ)ϫϩϫ- • ϩⲉϫϩⲱϫ= • ϩⲉϫϩⲱϫ† • ϩⲟϫϩⲉϫ • ϩⲁϫϩϫ • ϩⲟϫϫ • ϩⲉϫϫ- • ϩϫϩⲱϫ= • ϩⲉϫϩⲉϫ- • ϩⲉϫϩⲟϫ† • ϩϫϩϫ- • ϩⲁϫϫ • ϩⲁϫϩ(ϫ) • ϩⲉϫϩⲁϫ= • ϩⲉϫⲱϫ=
القواعدVerb
الأصلEgyptian (Coptic) — Greek equiv: θλιβειν, στενειν, διαπονειν, προσοχθιζειν, στενοσ, αποθλιβειν, εκθλιβειν, ενοχλειν, κακουν, συνεχειν, εκπιεζειν
شارك
Facebook
WhatsApp
Telegram
X
Pinterest
Email

رأيك يهمنا ! ❤

هنا نستقبل اقتراحاتك لتطوير الموقع

أضغط علي السهم الصغير في طرف الشاشة

لمتابعة المناسبة الكنسية الحالية وآية اليوم.