ⲧⲱⲧ
(παρακαλειν, πληροφορειν, πιστευειν, πληροφορια, ευδοκια, ευδοκειν, κεραννυναι, δοκειν, πειθειν, παρακαλεισθαι, πεποιθησις, παραμυθια)
ⲉⲃⲟⲗ • ⲑⲁⲧ • ⲑⲁⲧ- • ⲑⲉⲧ • ⲑⲉⲧ- • ⲑⲏⲧ • ⲑⲱⲧ • ⲙⲉⲧⲑ • ⲛϩⲏⲧ • ⲧⲁⲧ • ⲧⲁⲧ- • ⲧⲁⲧ⸗ • ⲧⲉⲧ • ⲧⲉⲧ- • ⲧⲏⲧ • ⲧⲟⲧ • ⲧⲟⲧ⸗ • ⲧⲱⲧ • ⲧⲱⲧϩⲏⲧ
كف، كف يد
be joined, be persuaded, be agreeable to | conjoin, mingle | be even, be level | agreement, mingling | content heart, persuade, satisfy | have a contented heart, be persuaded, be satisfied | consent, agree | (verb) | intr: be joined, persuaded, agreeable [δοκειν] | tr: conjoin, mingle [κεραννυναι] | with ϩⲏⲧ | ― as obj, content heart, persuade, satisfy [πειθειν, πληροφορειν, παρακαλειν] | ― as subj [πειθειν, παρακαλεισθαι] | ― ⲧ. ⲛϩⲏⲧ, consent, agree [πειθειν, ευδοκειν, πιστευειν] | ― as nn m [πεποιθησις, πληροφορια, παραμυθια, ευδοκια] | ― adj ⲧⲉⲧ ϩⲏⲧ S, trustworthy
المعنى الإنجليزيINTR be joined, persuaded, agreeable [δοκειν], TR conjoin, mingle [κεραννυναι], with ϩⲏⲧ, as OBJ, content heart, persuade, satisfy [πειθειν, πληροφορειν, παρακαλειν], as SBJ [πειθειν, παρακαλεισθαι], ⲧ. ⲛϩⲏⲧ , consent, agree [πειθειν, ευδοκειν, πιστευειν], as N m [πεποιθησισ, πληροφορια, παραμυθια, ευδοκια], ADJ ⲧⲉⲧ ϩⲏⲧ S trustworthy
الصيغⲧⲉⲧ- • ⲧⲟⲧ= • ⲧⲏⲧ† • ⲧⲁⲧ- • ⲑⲱⲧ • ⲑⲉⲧ- • ⲑⲏⲧ† • ⲑⲁⲧϩⲏⲧ • ⲧⲁⲧ=
القواعدVerb
الأصلEgyptian (Coptic) — Greek equiv: δοκειν, κεραννυναι, πειθειν, πληροφορειν, παρακαλειν, πειθειν, παρακαλεισθαι, πειθειν, ευδοκειν, πιστευειν, πεποιθησισ, πληροφορια, παραμυθια, ευδοκια